- νυκτερινός
- -ή,-όν A 0-0-0-6-0=6 Ps 90(91),5; Jb 4,13; 20,8; 33,15; 35,10at night, nocturnal
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
νυκτερινός — by night masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινός — ή, ό (ΑΜ νυκτερινός, ή, όν) βλ. νυχτερινός … Dictionary of Greek
νυκτερινά — νυκτερινός by night neut nom/voc/acc pl νυκτερινά̱ , νυκτερινός by night fem nom/voc/acc dual νυκτερινά̱ , νυκτερινός by night fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινῶν — νυκτερινός by night fem gen pl νυκτερινός by night masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινόν — νυκτερινός by night masc acc sg νυκτερινός by night neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινώτατον — νυκτερινός by night masc acc superl sg νυκτερινός by night neut nom/voc/acc superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτεριναῖς — νυκτερινός by night fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτεριναί — νυκτερινός by night fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινοῖς — νυκτερινός by night masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινοῖσι — νυκτερινός by night masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νυκτερινοί — νυκτερινός by night masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)